Τα σνακ και τα αναψυκτικά δεν επιταχύνουν τη νοητική παρακμή όπως είναι διαδεδομένο
Έρευνα δείχνει ότι η κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων δεν συνδέεται με ταχύτερη μείωση της μνήμης.
Μια νέα μελέτη αναιρεί την διαδεδομένη αντίληψη ότι τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα επιταχύνουν τη γνωστική παρακμή στους ηλικιωμένους. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση προϊόντων, όπως συσκευασμένων μπισκότων, αναψυκτικών και ψωμιού μαζικής παραγωγής, δεν φαίνεται να σχετίζεται με ταχύτερη πτώση της νοητικής ικανότητας σε βάθος δεκαετίας. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο European Journal of Nutrition, υπογραμμίζει ότι η συνολική ποιότητα της διατροφής μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία για την υγεία του εγκεφάλου από το επίπεδο επεξεργασίας των τροφίμων.
Η ανησυχία για την άνοια και τη διατροφή
Η σημασία της έρευνας γίνεται ακόμη πιο εμφανής, αν σκεφτεί κανείς την αύξηση των κρουσμάτων άνοιας παγκοσμίως. Χωρίς θεραπεία για τη νόσο, η πρόληψη ή η επιβράδυνση της γνωστικής παρακμής μέσω του τρόπου ζωής αποτελεί προτεραιότητα. Η διατροφή βρίσκεται στο επίκεντρο της επιστημονικής προσοχής, καθώς οι υγιεινές διατροφικές συνήθειες έχουν συνδεθεί με καλύτερη εγκεφαλική λειτουργία. Ωστόσο, η επίδραση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων παραμένει ασαφής, με προηγούμενες μελέτες να προσφέρουν αντικρουόμενα αποτελέσματα.
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα προέρχονται από συστατικά που έχουν υποστεί χημικές τροποποιήσεις και συχνά περιλαμβάνουν τεχνητές γεύσεις, χρώματα και πρόσθετα. Τυπικά παραδείγματα είναι τα έτοιμα σνακ, τα παγωτά, τα αναψυκτικά με ζάχαρη, τα λουκάνικα και το βιομηχανικά παραγόμενο ψωμί. Την τελευταία δεκαετία η κατανάλωση τέτοιων τροφίμων έχει αυξηθεί σημαντικά διεθνώς, οδηγώντας τους επιστήμονες να διερευνήσουν αν αυτή η τάση επηρεάζει τη μακροχρόνια υγεία του εγκεφάλου.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Στη νέα μελέτη, η ομάδα του Vrije Universiteit Amsterdam ανέλυσε δεδομένα από 1.371 συμμετέχοντες ηλικίας 55 ετών και άνω, με μέσο όρο ηλικίας τα 67. Οι εθελοντές είχαν συμπληρώσει λεπτομερές ερωτηματολόγιο διατροφής, καταγράφοντας για τέσσερις εβδομάδες την ποσότητα και τη συχνότητα κατανάλωσης 238 τροφίμων. Κάθε προϊόν κατηγοριοποιήθηκε με βάση το επίπεδο επεξεργασίας του, χρησιμοποιώντας το σύστημα NOVA, το οποίο χωρίζει τα τρόφιμα από τα εντελώς φυσικά έως τα υπερ-επεξεργασμένα.
Οι επιστήμονες κατέγραψαν την ημερήσια πρόσληψη υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων σε γραμμάρια και κατέταξαν τους συμμετέχοντες σε τέσσερις ομάδες, ανάλογα με το ποσοστό αυτών των προϊόντων στη διατροφή τους. Κατά μέσο όρο, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αντιπροσώπευαν περίπου το 20% του συνολικού βάρους των καταναλισκόμενων τροφών. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τη γνωστική κατάσταση των συμμετεχόντων μέσω πέντε διαφορετικών τεστ, επαναλαμβανόμενων σε διάστημα δέκα ετών, καλύπτοντας τη συνολική νοητική ικανότητα, την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών, τη μνήμη και τις εκτελεστικές λειτουργίες.
Τι δείχνουν τα αποτελέσματα
Στην ανάλυση λήφθηκαν υπόψη παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, εκπαίδευση, φυσική δραστηριότητα, ΔΜΣ, κατανάλωση αλκοόλ, κάπνισμα, κατάθλιψη και χρόνιες παθήσεις, ώστε να απομονωθεί η επίδραση των υπερ-επεξεργασμένων τροφών. Το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο: δεν βρέθηκε καμία συσχέτιση μεταξύ της ποσότητας υπερ-επεξεργασμένων προϊόντων και της πτώσης των γνωστικών ικανοτήτων. Ακόμα και οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν τα περισσότερα από αυτά τα τρόφιμα παρουσίασαν τον ίδιο ρυθμό νοητικής γήρανσης με όσους έτρωγαν τα λιγότερα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα υποδηλώνουν πως η συνολική ποιότητα της διατροφής ίσως να είναι πιο σημαντική για την υγεία του εγκεφάλου από το επίπεδο επεξεργασίας των τροφίμων. Προηγούμενες αναλύσεις της ίδιας ομάδας έδειξαν ότι η τήρηση ισορροπημένων διατροφικών προτύπων σχετίζεται με επιβράδυνση της γνωστικής παρακμής. Μελλοντικές έρευνες θα μπορούσαν να εστιάσουν στο ακριβές θρεπτικό προφίλ των τροφών και πώς συγκεκριμένα συστατικά επηρεάζουν τη γνωστική υγεία μακροπρόθεσμα.